αποκεφαλίζω


αποκεφαλίζω
αποκεφαλίζω, αποκεφάλισα βλ. πίν. 33

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἀποκεφαλίζω — behead pres subj act 1st sg ἀποκεφαλίζω behead pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αποκεφαλίζω — (AM ἀποκεφαλίζω) κόβω το κεφάλι κάποιου νεοελλ. 1. κόβω το κεφάλι, αφαιρώ την κορυφή («το κόμμα αποκεφαλίστηκε») 2. καταδικάζω σε θάνατο με αποκεφαλισμό …   Dictionary of Greek

  • αποκεφαλίζω — ισα, ίστηκα, ισμένος, κόβω το κεφάλι ανθρώπου ή ζώου: Σε μερικές χώρες τους καταδικασμένους σε θάνατο τους αποκεφαλίζουν …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀποκεφαλισθέντα — ἀποκεφαλίζω behead aor part pass neut nom/voc/acc pl ἀποκεφαλίζω behead aor part pass masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποκεφαλίξεται — ἀποκεφαλίζω behead aor subj mid 3rd sg (epic doric) ἀποκεφαλίζω behead fut ind mid 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποκεφαλίσαι — ἀποκεφαλίζω behead aor inf act ἀποκεφαλίσαῑ , ἀποκεφαλίζω behead aor opt act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποκεφαλιζομένους — ἀποκεφαλίζω behead pres part mp masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποκεφαλιζόμενοι — ἀποκεφαλίζω behead pres part mp masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποκεφαλιζόμενος — ἀποκεφαλίζω behead pres part mp masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀποκεφαλισθεῖσαι — ἀποκεφαλίζω behead aor part pass fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)